Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Εν χρω κεκαρμένος (κουρεμένος «γουλί»)


Από μικρός μου έλεγαν φασούλι το φασούλι
άμα το βάζεις τακτικά γεμίζει το σακούλι.
Έτσι αποταμίευα συχνά απ’  το σχολείο
και δυο φορές ταξίδεψα μονάχα με το πλοίο.
Εις τη ζωή μου μια φορά επήγα στα μπουζούκια
συχνά περνούσα τρώγοντας κυάμους και φουντούκια.
Λίγα λεφτά εξόδευα στα κόκκινα φανάρια
κι έσθια κρέας χοιρινό αντί από μοσχάρια.
Ούτε ποτέ αγόρασα πανάκριβα αυτοκίνητα
παρά μονάχα ένα πεζιώ και δύο τρία ακίνητα.
Ούτε στα Κατεχόμενα επήγα στα καζίνα
ούτε και ΚΙΝΟ έπαιζα καμιά φορά τον μήνα.
Έτσι πελάτης έγινα της Λαϊκής τραπέζης
και μη μου πει κανένας σας «Αντρέα μας εμπαίζεις».
Λήγοντας το γραμμάτιο επήγα ν’ αποσύρω
τα χρήματα και σκόπευα κάπως να διασπείρω.         
Έδωσε πάνω μου ευθύς ο μέγας τραπεζίτης.
Σίγουρα δεν σου φύτρωσε, μου ’πεν, ο φρονιμίτης.
Θα φύγεις από τράπεζα που είναι κρατική
και θα σκορπάς τα χρήματα από εδώ κι εκεί;
Ανέσυρε και δήλωση του Αναστασιάδη,
που είχε κάνει καθ’ οδόν  το περασμένο βράδυ,
πως δεν υπάρχει κούρεμα επάνω στο τραπέζι
κι ότι φοράδα γενικώς εις το αλώνι χέζει.
Προέβην σ’  ανανέωση τότε του γραμματίου
και είπα δόξα Σοι ο θεός που λέει κι ο Κιτίου.
Μα τώρα με εκούρεψαν, με έκαναν γουλί
κι εγώ απλά φωνάζω «λιμά σαβαχθανί»!

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Στη Βουλή μας


Οι Άγγλοι έχουν δυο Βουλές, την Άνω και την Κάτω
εμείς έχουμε μόνο μια κι εκείνη ανωκάτω.
Στους βουλευτές της νήσου μας, εις τους πενηνταέξι
πρέπει κανείς εγκώμια και στέφανους να πλέξει.
Τα παλληκάρια της φακής, ετούτοι οι αχάπαροι
ενόμιζαν πως ήτανε πολλών αλόγων άππαροι.
Ως άλλοι όνοι και αυτοί ντυμένοι λεοντήν
αντρειοσύνη έδειξαν μεγάλη στη Βουλήν.
Είπαν να αναδείξουνε πως η Οικονομία
της νήσου είν’ συστημική όσο άλλη καμία.
Όχι είπανε ηρωικώς στην πρόταση την πρώτη
και ψήφισαν χειρότερη αμέσως δηλονότι.
Είπαν να φοβερίσουνε τη Μέρκελ και τους άλλους
και τελικά μας κάθησαν επάνω στους … πασσάλους!

Αχάπαρος : ανίδεος, ανήξερος (στερητικό α + τουρκ. haber)
Άππαρος : ίππος

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Η Catalina Otalvaro, θεά της Κολομβίας


Η Catalina Otalvaro από την Κολομβία
και ποιος δεν θα την ήθελε, πέστε μου, για συμβία!
Αμέσως την παντρεύομαι κι ας είναι και πληβεία
κι ας μπλέξω με ναρκωτικά, κι ας μπλέξω με κυβεία.
Γι’ αυτήν θα μετακόμιζα και εις την Κολομβία
κι ας βασιλεύουν τα καρτέλ κι ας βασιλεύει η βία.
Γιατί να μείνω στο νησί σύρριζα κουρεμένος
μπατίρης ώς το κόκκαλο, βαθύτατα θλιμμένος;
Φεύγω λοιπόν ολοταχώς, πάω στην Κολομβία
τώρα π’ ακόμα βρίσκομαι στη βήτα εφηβεία.
Πάω εις την Otalvaro εύχαρις επομένως
έστω κι αν πάω για μαλλί και έρθω κουρεμένος!


Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Μου φάγατε το εφάπαξ


Λάθη πολλά εκάνατε πλειστάκις κι όχι άπαξ
και τελικά μου φάγατε, κύριοι, το εφάπαξ.
Τριάντα χρόνια δούλευα και κάτι παραπάνω
και τώρα με το κλείσιμο όλα σχεδόν τα χάνω.
Μία ζωή την έφαγα επάνω εις την έδρα
και τώρα μ’  αποστέλλετε εκεί ένθα απέδρα.
Σαράντα χρόνια Λαϊκή και αποταμιεύσεις
δεν έπρεπε ν’ αξιωθώ τοιαύτης, λέω, γεύσης.
Με πείσατε και άφησα τα χρήματα κοντά σας
και έτσι εκατάντησα μπατίρης ο μπαγάσας.
Φάγατε ό,τι μάζεψα μετά μεγάλου κόπου·
να ’χετε την κατάρα μου κι εκείνη του Πισκόπου.


Αδέσμευτος της Πάφου 6/4/13

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ύπαγε οπίσω μου σατανά


Πώς με κοιτάζεις πονηρά κορίτσι του διαβόλου;
Πως είμαι τέκνον του παπά δεν σε πειράζει διόλου;
Άνοιξες το πουκάμισο προβάλλοντας τα στήθη
και δεν εσκέφτεσαι ποσώς της ράτσας μας τα ήθη;
Ύπαγε λέω  οπίσω μου ξανθέ μου σατανά
γιατί μαζί σου, σίγουρα, είν’ όλα πιθανά.
Τι θα ’χω ν’ απολογηθώ της Κρίσεως τη μέρα
στην Παρουσία άλλως πως, ως λέγεται, Δευτέρα;
Θέλεις ν’ ακούσω «αμαρτωλέ, ύπαγε μάνι μάνι
να βράζεις αθεόφοβε, στην πίσσα, στο καζάνι»;
Στρέφω λοιπόν τους οφθαλμούς μακράν απ’  το κορμί σου
μήπως και μπω στον πειρασμό και θέλω το … βυζί σου.




             Ύπαγε οπίσω μου σατανά
                                                             
Πώς με κοιτάζεις πονηρά κορίτσι του διαβόλου;
Πως είμαι τέκνον του παπά δεν σε πειράζει διόλου;
Άνοιξες το πουκάμισο προβάλλοντας τα στήθη
και δεν εσκέφτεσαι ποσώς της ράτσας μας τα ήθη;
Ύπαγε λέω  οπίσω μου ξανθέ μου σατανά
γιατί μαζί σου, σίγουρα, είν’ όλα πιθανά.
Τι θα ’χω ν’ απολογηθώ της Κρίσεως τη μέρα
στην Παρουσία άλλως πως, ως λέγεται, Δευτέρα;
Θέλεις ν’ ακούσω «αμαρτωλέ, ύπαγε μάνι μάνι
να βράζεις αθεόφοβε, στην πίσσα, στο καζάνι»;
Στρέφω λοιπόν τους οφθαλμούς μακράν απ’  το κορμί σου
μήπως και μπω στον πειρασμό και θέλω το … βυζί σου.